Μια ματιά στην τέχνη και την τεχνική του κινηματογράφου από τη θέση ενός ενθουσιώδη θαυμαστή της...
Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024
Βασίλης Χριστομόγλου
Σαν σήμερα γεννήθηκε ο πολύ ταλαντούχος κινηματογραφιστής Βασίλης Χριστομόγλου. Ξεκίνησε σαν βοηθός οπερατέρ του Γιώργου Αρβανίτη σε τρεις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Στις "Μέρες του 36" , τον "Θίασο" και τους "Κυνηγούς". Μετά από αυτές τις τρείς ταινίες η παρότρυνση του Γιώργου προς τον Βασίλη ήταν να ανοίξει τα φτερά του "χρίζοντας" τον αυτόνομο διευθυντή φωτογραφίας πλέον. Ο Βασίλης διέπρεψε στον Ελληνικό κινηματογράφο κατά τις δεκαετίες του 70 , του 80 και του 90 σαν διευθυντής φωτογραφίας τόσο σε ταινίες (Ελληνικές και διεθνείς) όσο και σειρές. Χαρακτηριστική ήσαν και η συμμετοχή του σαν οπερατέρ της δεύτερης μηχανής στο "Skyriders" με γυρίσματα στην Ελλάδα.Η φωτογραφία είναι από τα γυρίσματα του Θιάσου με οπερατέρ τον Αρβανίτη και σαν βοηθός με τη λευκή καπαρτίνα δίπλα ο Βασίλης κρατάει τα νέτα. Η μηχανή είναι η Arriflex 2c μπλιμπαρισμένη. Dimitris Bellos
Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024
Σεμινάριο Διεύθυνσης Φωτογραφίας στην Ίριδα - Μάρτιος/Απρίλιος 2024
Κάθε Τρίτη 21:00
Κινηματοθέατρο Ίριδα.
Επιμέλεια: Ευάγγελος Βλαχάκης
Υποστήριξη: Μάρκος Μπούσσιος
Σκοπός του σεμιναρίου είναι να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τα βασικά στοιχεία της οπτικής αντίληψης που καθορίζουν τη διεύθυνση φωτογραφίας, καθώς και να μάθουμε και να εκτιμήσουμε την τεχνική
και την τέχνη της διεύθυνσης φωτογραφίας μέσα από κινηματογραφικά παραδείγματα και από μία επισκόπηση της ιστορίας της στον κινηματογράφο.
Υπάρχει μια ισορροπημένη διάρθρωση ανάμεσα στη θεωρία και την
πρακτική εξοικείωση της διεύθυνσης φωτογραφίας μέσα από
επιλεγμένη φιλμογραφία καθώς και από πρακτικές ασκήσεις.
1. Φωτισμός εσωτερικό, ημερήσιο και νυχτερινό
2. Εξωτερικά , ημερήσιο και φυσικό φως
3. Colour grading , εταλοναζ
4. Φιλμ ως υλικό καταγραφής
5. Κίνηση κάμερας και μονοπλάνο
6. Δημιουργία ατμόσφαιρας
7. Προετοιμασία γυρίσματος, ντεκουπαζ και διαχείριση χρόνου
Αυτή η λίστα προέκυψε από την εκδήλωση ενδιαφέροντος ανάμεσα στους/στις συμμετέχοντες/ουσες στην πρώτη συνάντηση στην Ίριδα 12/3//24
Η τεχνολογική εξέλιξη πώς έχει επηρεάσει το επάγγελμά σας; Προς το καλύτερο μόνο ή και προς το χειρότερο; | Απαντάει ο Παναγιώτης Σαλαπάτας
Κατά τα γυρίσματα του «Forget Me Not» σε σκηνοθεσία Γιάννη Φάγκρα είχε τεθεί το θέμα αν θα χρησιμοποιούσαμε μηχανή λήψης με φιλμ ή ψηφιακή μηχανή λήψης. Τα γυρίσματα θα ήταν δύσκολα με ένα μήνα περίπου μέσα σε πλοίο στον Βερύγγειο πορθμό. Αποφασίσαμε από κοινού να χρησιμοποιήσουμε μηχανή με φιλμ 35mm. Αν και ελαφριά (Moviecam LT), ήταν μία στιβαρή μηχανή λήψης. «Αν ξεκινώ να γυρίζω και πετάξω την κάμερα κάτω, θέλω να συνεχίζει να γυρίζει και να μην σταματά» ήταν τα λόγια του σκηνοθέτη. Ηταν μία κάμερα που άντεχε την υγρασία, τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και τα χτυπήματα (το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ήταν γυρισμένο στο χέρι). Αν και υπήρχε τότε και η επιλογή της ψηφιακής μηχανής, η Moviecam LT μάς έδωσε την αυτοπεποίθηση ότι θα λειτουργήσει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Ως διευθυντής φωτογραφίας έχω εργαστεί αρκετές φορές με την ψηφιακή εικόνα και θα συνεχίζω να την χρησιμοποιώ. Ενας κύριος λόγος είναι το κόστος. Τις περισσότερες φορές το να κινηματογραφήσει κανείς ψηφιακά είναι πιο φθηνό από το φιλμ. Η τεχνολογία έκανε επίσης αρκετά μηχανήματα του επαγγέλματος προσιτά στους/στις κινηματογραφιστές/στριες. Με μία ψηφιακή μηχανή λήψης παρακάμπτεις το εργαστήριο (τουλάχιστον το φωτοχημικό μέρος του, αφού υπάρχει και η ψηφιακή επεξεργασία εικόνας – το color grading), μεταφέρεις το υλικό σου σε έναν υπολογιστή και αρχίζεις να μοντάρεις. Δεν χρειάζεται να αγοράσει κανείς φιλμ (ούτως ή άλλως είναι πανάκριβο για τους σημερινούς χαμηλούς προϋπολογισμούς των ελληνικών ταινιών) και είναι πολλοί/ές οι Δ. Φωτογραφίας που ισχυρίζονται ότι η ψηφιακή εικόνα είναι τόσο καλή που δεν την ξεχωρίζει κανείς από εκείνη του φιλμ.Πέρα από την ευκολία με την οποία η εικόνα πλέον αποτυπώνεται, οι μηχανές λήψης έχουν γίνει πιο ελαφριές και οι αισθητήρες (η φωτοευαίσθητη επιφάνεια όπου το φως μετατρέπεται σε ηλεκτρικό ρεύμα και σχηματίζεται η εικόνα) έχουν γίνει πιο ευαίσθητοι σε χαμηλές φωτιστικές συνθήκες. Αρκεί να καταλάβει κανείς ότι το φιλμ με ευαισθησία 500 ASA, που θεωρείτο ένα πολύ ευαίσθητο φιλμ ειδικά για χαμηλούς φωτισμούς, δεν μπορεί να συγκριθεί από άποψη ευαισθησίας με έναν αισθητήρα που λειτουργεί με διπλή ευαισθησία, όχι μόνο στα 800 ASA αλλά και στα 2500 ASA. Τα 2500 ASA είναι πάνω από τέσσερις φορές μεγαλύτερη ευαισθησία στο φως από τα 500 ASA. Αυτό αυτομάτως συνεπάγεται λιγότερα φώτα και ευελιξία όσον αφορά στα γυρίσματα - ειδικά τα νυχτερινά που έχουν πολλές τοποθεσίες.
Η καλπάζουσα τεχνολογία έχει αλλάξει και τα φωτιστικά σώματα. Είναι πιο ελαφριά, πιο ευέλικτα, δεν ζεσταίνονται τόσο όσο οι προγενέστερες γενιές φώτων και μπορούν να εξισορροπηθούν μεταξύ τους χρωματικά (RGB lights) πολύ εύκολα και γρήγορα. Επίσης, ελέγχονται από απόσταση με ένα κινητό τηλέφωνο ή ένα tablet. Η τελευταία μου ταινία, Μια Νύχτα στο Θέατρο, του πρωτοεμφανιζόμενου Σωτήρη Σταμάτη, που προβλήθηκε στο 63ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, κινηματογραφήθηκε με τη μηχανή λήψης Panasonic EVA-1 σε «τιμή» ευαισθησίας 2500 ASA με πολύ λίγα φώτα. Το συνεργείο αποτελείτο από τέσσερα άτομα, όλοι τελειόφοιτοι τού Τμήματος Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. Μία τέτοια πολύ χαμηλού προϋπολογισμού ταινία δεν θα μπορούσε να κατασκευασθεί τρεις δεκαετίες νωρίτερα.
Η ράβδος βέβαια έχει πάντα δύο άκρες. Το γεγονός ότι κάποιος έχει πρόσβαση σε μία ροή εργασιών (λήψη, μοντάζ, χρωματική επεξεργασία, τελική κόπια) με ένα υπολογιστή και μία φθηνή μηχανή λήψης δεν σημαίνει ότι μπορεί να κατασκευάσει και μία ολοκληρωμένη ταινία. Οι αισθητικές επιλογές, η γνώση της ιστορίας του κινηματογράφου και η μεταφορά ενός σεναρίου σε εικόνες που να έχουν ομοιογένεια και να αποδίδουν όχι μόνο εξωτερικούς κόσμους αλλά και τους εσωτερικούς των χαρακτήρων, δεν εξαρτώνται από την τεχνολογία. Βασίζονται στην καλλιτεχνική ωριμότητα και την ευαισθησία.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο φωτογράφος Μπρους Μπάρνμπαουμ σε άρθρο στην ιστοσελίδα του: «Οι παραδοσιακοί φωτογράφοι πρώτα “βλέπουν” και μετά φωτογραφίζουν. Οι ψηφιακοί φωτογράφοι πρώτα φωτογραφίζουν και μετά βλέπουν την LCD οθόνη στο πίσω μέρος της μηχανής τους». (https://www.barnbaum.com/essay/2015/11/11/new-thoughts-on-digital-photography)
Η Ενωση Ελλήνων Κινηματογραφιστών, μέσα από τις συνεχείς συναντήσεις μεταξύ των μελών της, τα masterclasses και τις χορηγίες καταφέρνει να μας κρατάει όλους ενήμερους όσον αφορά στην τεχνολογία. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι εμείς, τα μέλη της, μοιραζόμαστε το πώς να βλέπουμε πρώτα και να κινηματογραφούμε μετά.
Παναγιώτης Σαλαπάτας - Επιλεκτική Φιλμογραφία: «Πες στην Μορφίνη την Ψάχνω Ακόμη» του Γιάννη Φάγκρα (2001), «Σκλάβοι στα Δεσμά τους» του Τώνη Λυκουρέση (2008), «Forget me Not» του Γιάννη Φάγκρα (2014), «Μία Νύχτα στο Θέατρο» του Σωτήρη Σταμάτη (2021)
Ποια είναι η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από τη διεύθυνση φωτογραφίας; | Απαντάει ο Πέτρος Νούσιας
Οταν είμαι σε μια παρέα και αναφέρω το επάγγελμα μου, η συνήθης ερώτηση που λαμβάνω είναι «δηλαδή τραβάτε φωτογραφίες;», στην οποία απαντάω «περίπου 24 το δευτερόλεπτο… ή 25 ανάλογα τι κάνω».
Αν δεν έχω φάει ξύλο μέχρι τότε, προσπαθώ να εξηγήσω τι είναι τελικά η διεύθυνση φωτογραφίας και πιο συγκεκριμένα, γιατί ο βασικός στόχος είναι η εξυπηρέτηση του σεναρίου και όχι να κινηματογραφήσεις απλά ωραίες εικόνες.
Οι δύο μεγαλύτερες παρεξηγήσεις γύρω από τη διεύθυνση φωτογραφίας μίας ταινίας λοιπόν, είναι αφενός τι συνιστά την «καλή διεύθυνση φωτογραφίας» και αφετέρου ποιος τελικά μεριμνά ώστε η «καλή διεύθυνση φωτογραφίας» να είναι «καλή».
Επειδή η πρώτη παρεξήγηση απαντιέται από άλλο μέλος της Ενωσης, θα επικεντρωθώ στη δεύτερη, αναφέροντας ότι τις περισσότερες φορές που κινηματογραφείται μία ταινία, ο/η Διευθυντής Φωτογραφίας δεν έχει συγκεκριμένες οδηγίες για το χτίσιμο της εικόνας. Στην καλύτερη περίπτωση, να υπάρχουν αναφορές από άλλα έργα –οπτικοακουστικά ή μη–, είτε αφηρημένες οδηγίες που θεωρείται ότι υπηρετούν καλύτερα την αφήγηση.
Συνεπώς, ο/η Διευθυντής Φωτογραφίας καλείται πολύ συχνά να εμπνευστεί, να προτείνει, να μεθοδεύσει και τελικά να δημιουργήσει την εικόνα μόνος/η, στηριζόμενος και στη βοήθεια των άμεσων συνεργατών του, κατά το γύρισμα και την επεξεργασία της.
Διεθνώς οι Διευθυντές Φωτογραφίας αρέσκονται να θεωρούν την εικόνα της ταινίας που κινηματογράφησαν σαν «παιδί» τους και συχνά διεκδικούν την αποκλειστική πατρότητά της…
Πέτρος Νούσιας - Επιλεκτική Φιλμογραφία: «Το Κακό» του Γιώργου Νούσια (2005), «Χάρισμα» της Χριστίνας Ιωακειμίδη (2010), «Το Κακό στην Εποχή των Ηρώων» του Γιώργου Νούσια (2009), «Tripolli Cancelled» του Ναίμ Μοχαϊεμέν (2017), «Μπάσταρδα» του Νίκου Πάστρα (2022)
Τι είναι «καλή φωτογραφία» για έναν διευθυντή φωτογραφίας; | Απαντάει ο Χάρης Ζαμπαρλούκος
Για μένα καλή φωτογραφία είναι αυτό που δεν φαίνεται, η σημασία που κρύβεται πίσω από τις λέξεις, η ερμηνεία, το φως, το τοπίο... ακόμη και το πορτρέτο... αυτό που επικοινωνεί άμεσα με το θεατή σε προσωπικό επίπεδο, σαν η ταινία να έχει φτιαχτεί για τον κάθε ένα ξεχωριστά. Δεν συμβαίνει πάντα, είναι δύσκολο να το πετύχεις αλλά αν εσύ και οι συνεργάτες σου είστε ειλικρινείς, μπορεί να συμβεί.
Χάρης Ζαμπαρλούκος - Επιλεκτική Φιλμογραφία: «Sleuth» του Κένεθ Μπράνα (2007), «Mamma Mia!» της Φιλίντα Λόιντ (2008), «Thor» του Κένεθ Μπράνα (2011), «Cinderella» του Κένεθ Μπράνα (2015), «Εγκλημα στο Οριεντ Εξπρές» του Κένεθ Μπράνα (2017), «Belfast» του Κένεθ Μπράνα (2021)
Δώστε μας τον ορισμό για το τι είναι η διεύθυνση φωτογραφίας σε μια ταινία. | Απαντάει ο Φαίδων Παπαμιχαήλ
Η Διεύθυνση Φωτογραφίας είναι η τέχνη του να μεταφράζεις το σενάριο οπτικά. Να αφηγείσαι την ιστορία, βρίσκοντας την κατάλληλη οπτική γλώσσα μέσα από τη σύνθεση, την κίνηση της κάμερας, το φως. Αυτά τα στοιχεία ορίζουν τον συναισθηματικό τόνο της ταινίας.
Εναπόκειται στην ενστικτώδη ερμηνεία των κινηματογραφιστών να εφαρμόσουν την τέχνη και τη δεξιοτεχνία τους, σύμφωνα με τον τρόπο που αισθάνονται την ιστορία. Ιδανικά βρίσκονται σε συγχρονισμό με τις ιδέες των σκηνοθετών και μέσω της τεχνικής τους τεχνογνωσίας υποστηρίζουν το όραμα των σκηνοθετών. Μόνο με αυτήν την αρμονία μπορείς να κάνεις μια πετυχημένη ταινία. Υπάρχουν άπειροι τρόποι να πεις μια δεδομένη ιστορία, κάτι που κάνει τη δουλειά μας τόσο μοναδική.
Φαίδων Παπαμιχαήλ - Επιλεκτική Φιλμογραφία: «Sideways» του Αλεξάντερ Πέιν (2004), «Walk the Line» του Τζέιμς Μάνγκολντ (2005), «Nebraska» του Αλεξάντερ Πέιν (2013), «The Monuments Men» του Τζορτζ Κλούνεϊ (2014), «Ford vs. Ferrari» του Τζέιμς Μάνγκολντ (2019), «The Trial of Chicago 7» του Ααρον Σόρκιν (2020)
Δώστε μας τον ορισμό το τι είναι η διεύθυνση φωτογραφίας σε μια ταινία. | Απαντάει ο Ζαφείρης Επαμεινώνδας
Ο Διευθυντής Φωτογραφίας έχει την ευθύνη της απόδοσης του σεναρίου σύμφωνα και με την αφηγηματική οπτική του σκηνοθέτη.
Σε αυτό το πνεύμα συνεργάζεται στενά πρωτίστως με τον σκηνοθέτη, αλλά και με τους υπόλοιπους δημιουργικούς συντελεστές (σκηνογράφο, ενδυματολόγο, επικεφαλής των οπτικών εφέ, κ.α) για να ορίσουν την ατμόσφαιρα και την παλέτα του οπτικοακουστικού έργου, με τρόπο που να υπηρετεί την αφήγηση και να οδηγήσει τον θεατή σε ένα μοναδικό και μαγευτικό κινηματογραφικό κόσμο: αυτόν της ταινίας.
Με εργαλεία τη γνώση και την έρευνα, συμβάλλει κατά την προετοιμασία με οπτικές αναφορές από τον κόσμο της ζωγραφικής, της φωτογραφίας και του κινηματογράφου.
Με όπλα του το φως, τους φακούς, τα κάδρα, την κίνηση της μηχανής και την χρωματική επεξεργασία, φέρνει στον κόσμο, είτε σε σελιλόιντ, είτε ψηφιακά, το αφηγηματικό και δραματουργικό οπτικό ύφος της ταινίας.
Φροντίζει για την επιλογή των συνεργατών του στις ομάδες της άμεσης αρμοδιότητάς του (κάμερα, μακενίστες, ηλεκτρολόγοι) και εξασφαλίζει τη συστράτευση της ομάδας του σε ένα κοινό όραμα για τη δημιουργία του κινηματογραφικού έργου.
Ανεξαρτήτως αν η ταινία πραγματοποιείται σε κινηματογραφικά πλατώ ή σε φυσικούς χώρους, μοχθεί αδιάκοπα για τη μεταφορά του σεναρίου στην οθόνη αξιοποιώντας στο έπακρο την αισθητική του αρτιότητα, την υψηλή τεχνογνωσία του και τη δυνατότητά του να ερμηνεύει οπτικά, αξιοποιώντας τα τεχνικά του μέσα, κρατώντας την σε μία οπτική συνοχή (continuity).
Οπως είπε ο Σερ Ρότζερ Ντίκινς: «Στον κινηματογράφο, αν κάτι ξεχωρίζει, έχεις αποτύχει. Προσπαθείς να δημιουργήσεις μια απρόσκοπτη οντότητα».
Ακριβώς για όλα αυτά συχνά δημιουργούνται σταθερές και διαχρονικές συνεργασίες με τον/τη Διευθυντή Φωτογραφίας να γίνεται το έμπιστο μάτι του σκηνοθέτη: ενδεικτικές είναι οι συνεργασίες των Ινγκμαρ Μπέργκμαν - Σβεν Νίκβιστ, Βιμ Βέντερς-Ρόμπι Μίλερ, Μπερνάρντο Μπερτολούτσι - Βιτόριο Στοράρο, Αδελφοί Κοέν - Ρότζερ Ντίκινς, Αλφόνσο Κουαρόν - Εμανουέλ Λουμπέσκι, Στίβεν Σπίλμπεργκ - Γιάνους Καμίνσκι, Γουόνγκ Καρ-Γουάι - Κρίστοοφερ Ντόιλ και πολλών άλλων.
Πρακτικά μιλώντας «ο/η Διευθυντής Φωτογραφίας πρέπει να σχεδιάσει αυτό που θα κάνει, να ξέρει πόσο χρόνο θα χρειαστεί, να χρησιμοποιήσει τα κατάλληλα εργαλεία και το σωστό συνεργείο, να κάνει τις υλικοτεχνικές και καλλιτεχνικές εκτιμήσεις, καθώς ταυτόχρονα επικοινωνεί με όλα τα τμήματα και οδηγεί την ομάδα του λύνοντας προβλήματα και συγκρούσεις που μερικές φορές γεννιούνται κάτω από στρεσογόνες διαδικασίες».
Τέλος, το πιο θαυμαστό κομμάτι της περιπέτειας που λέγεται σινεμά, είναι η συνεργασία, η επικοινωνία και η ομαδική δημιουργία. Σε αυτή την αλληλουχία ο ρόλος του/της Διευθυντή Φωτογραφίας είναι αναμφίβολα κομβικός.
Ζαφείρης Επαμεινώνδας - Επιλεκτική Φιλμογραφία: «Η Αίθουσα του Θρόνου» (1998, τηλεόραση), «Η Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά» του Πάνου Χ. Κούτρα (1999), «Το Δέντρο και η Κούνια» της Μαρίας Ντούζα (2012), «Ακουσέ Με» της Μαρίας Ντούζα (2022)





